Aug 16, 2012

Όμως τ’ αφήσαμε για αύριο… Για να πάμε που;



Η ζωή μας μια φορά μας δίνεται. Άπαξ, που λένε. Σαν μια μοναδική ευκαιρία. Τουλάχιστον μ'αυτήν την αυτόνομη μορφή της δεν πρόκειται να ξαναυπάρξουμε ποτέ.

"Κι εμείς τι την κάνουμε ρε, αντί να την ζήσουμε; Τι την κάνουμε;"

Την σέρνουμε από δω κι από κει δολοφονώντας την. Οργανωμένη κοινωνία, οργανωμένες ανθρώπινες σχέσεις. Μα αφού είναι οργανωμένες πως είναι σχέσεις;

Σχέση, σημαίνει συνάντηση, σημαίνει έκπληξη, σημαίνει γέννα συναισθήματος. Πως να οργανώσεις τα συναισθήματα;

Έτσι, με αυτήν την παλιοεφεύρεση που τη λένε ρολόι, σπρώχνουμε τις ώρες και τις μέρες μας σαν να είναι βάρος. Και μας είναι βάρος. Γιατί δεν ζούμε, κατάλαβες;

Όλο κοιτάμε το ρολόι, να φύγει κι αυτή η ώρα, να φύγει κι αυτή η μέρα, να έρθει το αύριο και πάλι φτου κι απ΄ την αρχή. Χωρίσαμε τη μέρα σε πτώματα στιγμών. Σε σκοτωμένες ώρες που τις θάβουμε μέσα μας. Μέσα στις σπηλιές του είναι μας. Στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας. Και τις μπαζώνουμαι με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν αξίες, σαν ανάγκες, σαν ηθική, σαν πολιτισμό.

Κάναμε το σώμα μας ένα απέραντο νεκροταφείο δολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών. Αφήνουμε τα πιο σημαντικά, τα πιο ουσιαστικά πράγματα όπως να παίξουμε και να κουβεντιάσουμε με τα παιδιά και τα ζώα, με τα λουλούδια και τα δέντρα. Να παίξουμε και να χαρούμε μεταξύ μας. Να κάνουμε έρωτα, να απολαύσουμε τη φύση, τις ομορφιές του ανθρώπινου χεριού και του πνεύματος. Να κατεβούμε τρυφερά μέσα μας, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και τον διπλανό μας.

Όλα, όλα τα αφήσαμε για το αύριο που δε θα 'ρθει ποτέ.. Μόνο όταν ο θάνατος χτυπήσει κάποιο αγαπημένο μας πρόσωπο πονάμε, γιατί συνήθως σκεφτόμαστε πως θέλαμε να του πούμε τόσα σημαντικά πράγματα. Όπως πόσο τον αγαπούσαμε, πόσο σημαντικός ήταν για μας.

Όμως τ’ αφήσαμε για αύριο… Για να πάμε που;

Aφού ανατέλλει, δύει ο ήλιος και δεν πάμε πουθενά αλλού, παρά στο θάνατο. Κι εμείς οι μαλάκες αντί να κλαίμε το δειλινό γιατί χάθηκε άλλη μια μέρα από τη ζωή μας, χαιρόμαστε. Ξέρεις γιατί;
Γιατί η μέρα μας είναι φορτωμένη με οδύνη, αντί να είναι μια περιπέτεια. Μια σύγκρουση με τα όρια της ελευθερίας μας. Την καταντήσαμε ένα καθημερινό χωρίς καμιά ελπίδα ανάστασης θάνατο…

Διότι αυτός είναι ο θάνατος.

Ο άλλος, όταν γεράσουμε σε αρμονία και ελευθερία με τον εαυτό μας, όταν δηλαδή παραμένουμε εμείς, δεν είναι θάνατος, είναι μετάβαση. Είναι διάσπαση σε μύριες άλλες ζωές στις οποίες αν εδώ σε τούτη τη μορφή ζωής είσαι ζωντανός, αν δεν δολοφονήσεις την ουσία σου, εκεί θα δώσεις χάρη κι ομορφιά.

Όπως η Μαρία, που φούνταρε προχτές από την ταράτσα για να μην πεθάνει. Ήρθανε να την πάρουνε. Και η Μαρία, είπε το όχι με τον πιο αμετάκλητο τρόπο. Πήγαμε στην κηδεία της κι εκεί άκουσα τον παπά να λέει:

«Χους ει και εις χουν απελεύσει…»

Και τότε κατάλαβα πως η Μαρία σώθηκε. Του χρόνου, όλα τα στοιχεία της που τα κράτησε ζωντανά σε τούτη την μορφή ζωής θα γίνουν πανσέδες. Δέντρα. Πουλιά. Ποτάμια...




Χρόνης Μίσσιος

1 comment: