Oct 7, 2013

Δεν μένει κανείς σ' αυτή την πόλη

Ποιανού πλανήτη το τέλος το αισχρό
μ' άφησαν σαν σκιάχτρο να τρομάζω εδώ..
Για δεν περνάω απέναντι
που ο άνεμος λογχίζει τις φωτιές.

Μια στάλα σταλαγμίτης έμεινα.
Χωράω σ' αυτό το άδειο μπουκάλι.
Το πέταξαν ένα παλιό καλοκαίρι οι φίλοι μου.
Χωράω εκεί μέσα να μπω.
Άλλοι μακρινοί καιροί που θα ξαναγυρίσουν
το ύστατο Αλληλεγγύης Σ.Ο.Σ. να αποκρυπτογραφήσουν.

Κατερίνα Γώγου, Απόντες






Sep 10, 2013

Ματαιότης ματαιοτήτων τα πάντα ματαιότης.

"Έτσι περνάμε. Κι όσο περνάει ο καιρός περνάμε όλο και πιο έτσι." Κ.Α.

 

Sep 1, 2013

Merde

-Είσαι φριχτός φιλόσοφος.
-Για μένα, είμαι τέλειος.
-Οι άνθρωποι ζουν με αυταπάτες
-Γιατί όχι; Υπάρχει και τίποτ' άλλο;
-Το τέλος τους.
-Τότε, σκατά.

Τσαρλς Μπουκόβσκι, Αστυνομικό


Jun 13, 2013

Απορώ



Απορώ. Δεν έχουν σκεφτεί ποτέ τον ενδεχόμενο θάνατο; Απορώ ειλικρινά. Τι κάνουν, τι παριστάνουνε καθημερινά οι άνθρωποι αυτοί; Ντυθήκανε με γραβάτες και σακάκια, πιάσανε και θέση ψηλά, στην εξουσία επί των ανθρώπων και νομίζουνε τι; Πως είναι ανώτεροι; Από ποιον; Μα τον θεό δεν καταλαβαίνω τίποτα. Πώς γίνεται να συμβαίνει όλο αυτό σκέφτομαι, κι αν είμαι εγώ, ο βλαξ, σε δρόμο παλαιό κι αδιέξοδο αναρωτιέμαι. Αν έχω μείνει τόσο πίσω και δεν έμαθα κάτι που ξέρουνε αυτοί, διότι σαν αιώνιους κι αθάνατους τους θωρώ να φέρουνται. Ειλικρινά απορώ και δεν ξέρω ποιόνε να ρωτήσω.

Κάθε απόγευμα βγαίνω και περπατάω με τούτο το ερώτημα να γυρνοβολά βασανιστικά μες το μυαλό μου σα σκυλί που το δέσανε με σκοινί κοντό στο δέντρο και φύγανε οι αφέντες του για μέρες.

Ανεβαίνω στο βουνό, ύστερα παίρνω την όχθη του χείμαρρου, φτάνω ίσαμε κάτω, στην αμμουδιά της ακροθαλασσιάς, βαδίζω και σκέφτομαι, σκέφτομαι, μα απάντηση δεν βρίσκω.

Ρουφάω αχόρταγα τη χειμωνιάτικη φύση γύρω μου, καρφώνω το βλέμμα μου στον ήλιο που γέρνει στο βάθος του Αιγαίου, ακούω τα πουλιά να φτερουγίζουνε τρομαγμένα μέσα από τις βατιές και τους σκίνους σε κάθε μου βήμα, τ’ αεράκι μου χαϊδεύει το πρόσωπο, σκύβω, με τον σουγιά μου ξεχωρίζω ένα άγριο ραδίκι από τη ρίζα του, το χώνω στη τσάντα μου και κοιτάζω ψηλά, στο Θεό σαν την όρνιθα που μόλις ήπιε, νιώθω τόσο μικρός, αισθάνομαι τόσο πολύτιμο της ζωής το δώρο, που μ’ έστειλε εδώ, σ’ αυτόν τον όμορφο κόσμο να χαρώ το θαύμα της πλάσης γύρω μου, να γίνω ένα μαζί της για όσο διάστημα κρατήσει κι εμένα το φωσάκι μου, ανασαίνω από το βάθος των πνευμόνων μου αχόρταγα αλλά με δέος και, ξάφνου, μου ρχεται πάλι η ίδια σκέψη στο μυαλό κι απορώ ειλικρινά.

Πως ζούνε αυτοί οι άνθρωποι; Με ψευδαισθήσεις περνάνε μια ζωή ολάκερη ή έχουνε το βοτάνι της αθανασίας κι εγώ δεν τ’ ανακάλυψα ακόμα; Μα οι σοφοί γερόντοι του χωριού δεν θα το ξέρανε κι αυτοί; Δε θα μου το αποκαλύπτανε; Τόσα μου λένε σαν τους ρωτώ για τα φυτά και τις σπορές. Είναι στραβόξυλο, λέγανε προχτές εκεί στον καφενέ για ένανε γνωστό τους, μα η φωτιά πλησιάζει. Έτσι λέγανε και ήτανε σίγουροι γι’ αυτό. Πως θα τον ισιώσει η φωτιά τον στριμμένο άνθρωπο. Όλα τα στραβόξυλα τα ισιώνει. Η φωτιά. Ο θάνατος. Η μόνη βεβαιότητα. Μια έκπληξη για όλους. Αυτό λένε οι σοφοί.

Μα οι άλλοι; Οι μεγάλοι; Ποτέ τους δεν τον σκέφτονται; Μπας και δεν τους αφορά στ’ αλήθεια; Απορώ κάθε μέρα και πιο πολύ ακούγοντας τα λόγια τους, βλέποντας τις ζωές τους. Άνθρωποι σαν εμένα μου φαίνονται στην όψη. Κι ας μην πατάνε πια σε χώμα κι ας μη φορούν τα ρούχα μου τα τριμμένα απ’ τη δουλειά στα γόνατα. Άνθρωποι είναι όμως, που βάλανε ψηλά καπέλα και πήρανε ρόλους σημαίνοντες δήθεν, που δείχνουν να νομίζουνε πως είναι απάνω απ’ όλους κι όλα οι καημένοι και σπαταλάνε το δώρο της ζωής διαπραγματευόμενοι συμφωνίες σοβαρές, λένε, για την πορεία του κόσμου! Μήπως πρέπει να τους λυπηθώ; Άλλο ερώτημα γεννιέται, δεν θ’ αντέξω.

Μπορεί να πρέπει να τους λυπάμαι λοιπόν. Διότι μάλλον δεν είναι με τα καλά τους. Έχουνε τυφλωθεί από κάτι ή μάθανε τόσο στραβά τον κόσμο από τα μικράτα τους ακόμα. Μα καλά, ποτέ δεν νιώσανε τους ψυχωμένους που ήρθανε κατά καιρούς να υμνήσουνε με τα έργα τους την ομορφιά του κόσμου τούτου και το μεγαλείο της ψυχής, που ήρθανε να θυμίσουνε συνάμα την ταπεινή, την τιποτένια ουσία του ανθρώπου;

Ειλικρινά απορώ. Πως γίνεται ένας άνθρωπος να έχει περάσει μισόν αιώνα αναπνοών επί της γης και να μην έχει νιώσει τη μικρότητά του. Το τσακ της μιας στιγμής που θα τον κάνει παρελθόν. Και φέρεται ως τύραννος, ως εξουσιαστής υποταγμένος στην ψευτιά μιας παράλληλης στη μόνη αλήθεια πλαστής πραγματικότητας, μες στην οποία ζει και νομίζει πως κυβερνά τα πάντα.

Τελικά μάλλον τους λυπάμαι. Όχι μάλλον. Σίγουρα. Αύριο θ’ ανέβω ψηλά στην κορφή και θα κραυγάσω. Σας λυπάμαι ρε, θα κραυγάσω. Ίσως κάποιος νιώσει.


Γιάννης Μακριδάκης
http://yiannismakridakis.gr/

Jun 8, 2013

Το όνειρο - Μούρλα



..Οδηγάω σε μια μεγάλη λεωφόρο, πηγαίνω λέει προς τα σύνορα.. Στο δρόμο με προσπερνάνε όλοι οι συμμαθητές μου από το λύκειο με κάτι τεράστια αμάξια... έχουν όλοι, ανεξαρτήτως φύλου, μεγάλα στήθη, είναι ντυμένοι επίσημα και με λοξοκοιτάνε με ένα βλέμμα οίκτου και απέχθειας ταυτόχρονα, όπως τότε στο χορό της τάξης μου, που είχα εμφανιστεί με τζιν και T-shirt και είχα αποτύχει να ανοίξω μια κουβέντα με οποιονδήποτε, λες και είχα μόλις αποφυλακιστεί.

..Μετά με προσπερνά το οικογενειακό μας αυτοκίνητο, και είναι όλοι εκεί, ο μπαμπάς, η μαμά, η Όλγα και δίπλα της εκεί που καθόμουν πάντα εγώ, μια τεράστια πράσινη πιπεριά.. και όλοι συμπεριφέρονται φυσιολογικά, λες και δεν υπάρχει το γιγαντιαίο λαχανικό μέσα στο αμάξι.

Και μετά ένα πολύχρωμο λεωφορείο, κατευεθίαν από το εξώφυλλο των Who, και από τα παράθυρα του βλέπω τον Jimi Hendrix ο οποίος φοράει μια μπλούζα με το πρόσωπό μου, πίσω του ο δάσκαλος μου από το ωδείο να σνιφάρει μια κόκκινη σκόνη (μέχρι πρόσφατα πίστευα ότι τα όνειρα είναι ασπρόμαυρα) χρησιμοποιώντας το πτυχίο του τυλιγμένο σε ρολό.. η Ούμα Θέρμαν που κρατάει μια φωτογραφία μου και κλαίει..επίσης -θα γελάσεις, γιατρέ- ο Νοστράδαμος με βερμούδα και τατουάζ, ο οποίος κάθεται δίπλα στον οδηγό, με δεμένα τα μάτια, και μαντεύει: "κοφτή στροφή δεξιά".. στη γαλαρία είναι στριμωγμένο ένα γκρουπ με γιαπωνέζους τουρίστες, τους οποίους φωτογραφίζεις ένας τσολιάς, που είχε λέει τικ στο αριστερό φρύδι και πάντα τον απέρριπταν από την προεδρική φρουρά και του 'χει μείνει απωθημένο.. και τέλος... να, δυσκολεύομαι να σας το πω ε...

Νιώστε ελεύθερα, στα όνειρα βλέπει κανείς πολύ περίεργα πράγματα, που δεν σημαίνουν απαραίτητα κάτι.

Ε, να, γιατρέ.. βλέπω εσάς με στολή λοχαγού.. να αυνανίζεστε διαβάζοντας το "Σύγχρονος Στρατός".

Μάλιστα..
..Να συνεχίσω..;

Πως;.. Α ναι, παρακαλώ συνεχίστε.

..Ε μετά απ' όλα αυτά, τελευταίο περνάει ένα μεγάλο κυριλέ αμάξι που οι πινακίδες γράφουν "Σίγουρος", και στη θέση του συνοδηγού κάθεται η Βίκυ.. και προσπαθώ να της φωνάξω, να της πω ότι τη βλέπω ακόμα στον ύπνο μου (τι ειρωνία ε..) ότι αξίζει τον κόπο να ξαναπροσπαθήσουμε.. ό,τι τέλος πάντων, θα προσαρμώσω το χιούμορ μου σ' αυτό των υπολοίπων κατοίκων του πλανήτη και ποτέ δεν θα την ξανακάνω να νιώσει άβολα εξαιτίας μου, αλλά, όσο κι αν φωνάζω, αυτή μιλάει στον καριόλη που οδηγάει το αυτοκίνητο και, όταν κορνάρω για να με προσέξει, η κόρνα μου έχει το ηχητικό σήμα της "Αθλητικής Κυριακής" (larger than life), και τότε μόνο γυρνάει, με βλέπει και γελάει σαρκαστικά, λίγο πριν χαθεί στον ορίζοντα με τον εξασφαλισμένο μαλάκα της.

..Και τελικά φτάνω στα σύνορα, όπου όλοι περνάνε ελεύθερα, αλλά εγώ ξέρω ότι για κάποιο λόγο δεν θα τα καταφέρω.. Και πράγματι ένας μπάτσος που έχει το πρόσωπο της καθηγήτριας που μου έκανε φροντιστήριο στην έκθεση, για να κοπώ τουλάχιστον αξιοπρεπώς στις εξετάσεις, και που στο όνειρο είναι άντρας, μου κάνει σήμα να σταματήσω. Με πλησιάζουν τότε 4 άτομα και η καθηγήτρια-μπάτσος, η οποία κρατάει από το λουρί ένα σακουλάκι με ειδικά εκαπιδευμένη ηρωίνη, η οποία αρχίσει να μυρίζει το αμάξι μου γύρω-γύρω, μέχρι που φτάνει στο πορτ-μπαγκάζ και σταματάει. Οι μπάτσοι το ανοίγουν και βρίσκουν μέσα ένα σκύλο συσκευασμένο και κρυμμένο κάτω από τη ρεζέρβα.

Με δέρνουν, με συλλαμβάνουν, με δέρνουν, με δέρνουν, και με πάνε αυτόφωρο όπου κατηγορούμαι για λαθρεμπόριο φοξ-τεριέ, έγκλημα που τιμωρείται με ισόβια παρακολούθηση ψυχαγωγικών show στην τηλεόραση.. "Ποτέ κανείς δεν άντεξε πάνω από 2 βδομάδες". μου λέει χαιρέκακα ο αστυνομικός που με συνοδεύει στο κελί μαζί με δολοφόνους, ποδοσφαιρικούς παράγοντες,παρουσιαστές δελτίων ειδήσεων και άλλους εγκληματίες..

Εκεί λίγο πριν την εκτέλεση της ποινής μου, ξυπνάω πορτοκαλάδα και πηγαίνω γρήγορα στο ψυγείο για να πιω ιδρωμένος, με αποτέλεσμα να κλείσει ο λαιμός μου και να τραβιέμαι στους παθολόγους..

Αυτά γιατρέ... Γιατρε;!

K. Αναν - ..και ύστερα ήρθες και μ' έλυσες